ὄνυξ

ὄνυξ
коготь

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "ὄνυξ" в других словарях:

  • ὄνυξ — talons masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀνύχεσι — ὄνυξ talons masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀνύχεσιν — ὄνυξ talons masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀνύχεσσι — ὄνυξ talons masc dat pl (epic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀνύχεσσιν — ὄνυξ talons masc dat pl (epic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀνύχων — ὄνυξ talons masc gen pl ὀνυχόω make like a nail imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) ὀνυχόω make like a nail imperf ind act 1st sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὄνυξι — ὄνυξ talons masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὄνυξιν — ὄνυξ talons masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὄνυχα — ὄνυξ talons masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὄνυχας — ὄνυξ talons masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὄνυχες — ὄνυξ talons masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»